γαλακτοκομείο(ν)

γαλακτοκομείο(ν)
τό
1) молочная ферма; 2) молокозавод

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем написать реферат

Смотреть что такое "γαλακτοκομείο(ν)" в других словарях:

  • γαλακτοκομείο — το εργαστήριο στο οποίο γίνεται η επεξεργασία του γάλατος και των προϊόντων που παράγονται απ αυτό: Στο γαλακτοκομείο του χωριού μας φτιάχνουν το καλύτερο τυρί …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • γαλακτοκομείο — το εργαστήριο όπου συγκεντρώνεται το γάλα για επεξεργασία και παραγωγή τών διαφόρων προϊόντων του. [ΕΤΥΜΟΛ. < γαλακτοκόμος. Η λ. γαλακτοκομείον μαρτυρείται στον Αναστάσιο Πολυζωίδη] …   Dictionary of Greek

  • -κόμος — ο, η, θηλ. και α (ΑM κόμος) β συνθετικό πολλών συνθέτων τής Αρχαίας και Νέας Ελληνικής που προέρχεται από το ρ. κομῶ, έω «περιποιούμαι, φροντίζω», που απαντά μόνο στην Αρχαία Ελληνική. Όλα αυτά τα σύνθετα είναι παροξύτονα σε αντιδιαστολή με… …   Dictionary of Greek

  • γάλα — Υγρό που εκκρίνεται από τους μαστικούς αδένες των θηλαστικών. Το γ. είναι ένα γαλάκτωμα, δηλαδή νερό με λεπτότατα λιποσφαίρια που περιέχει, εκτός από το λίπος, πρωτεΐνες, υδατάνθρακες, ένζυμα, άλατα και βιταμίνες. Όλα τα συστατικά αυτά φέρονται… …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»